ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
 

Το μοναστήρι του Αγίου Αναστασίου βρίσκεται μέσα σ’ ένα μεγάλο τετράπλευρο χώρο προς τα βόρεια της Περιστερώνας.

Ιδρύθηκε τα βυζαντινά χρόνια και το 1196 ήταν ένα από τα μοναστήρια που μεταβιβάστηκαν ως φέουδο στο Λατίνο Αρχιεπίσκοπο της Λευκωσίας μαζί με τους κατοίκους της Περιστερώνας και της Πηγής που παραχωρήθηκαν ως δουλοπάροικοι.

Σύμφωνα με τον κτηματικό κώδικα της Αρχιεπισκοπής, το μοναστήρι και οι οντάδες του ανακαινίστηκαν το 1780.  Αργότερα όμως, γύρω στο 1850, διαλύθηκε.

Η εκκλησία του Αγίου Αναστασίου ως μοναστηριακή ήταν μικρή.  Σύμφωνα με μια επιγραφή πάνω από τη νότια θύρα, ανηγέρθη εκ βάθρων το 1755 με τις δαπάνες και τη φροντίδα του Παναρέτου (του Αγίου Παναρέτου από την Περιστερωνοπηγή, τότε εξάρχου της Αρχιεπισκοπής), καθώς και με τη βοήθεια σε κόπο κυρίως των συγχωριανών.  Με δαπάνες του Αγίου Παναρέτου αγιογραφήθηκαν επίσης και αρκετές εικόνες.

Το 1788 με έξοδα του Περιστερωνίτη Χατζηγιασουμή φιλοτεχνήθηκε το επίχρυσο τέμπλο με έγχρωμες και ανάγλυφες παραστάσεις καρπών.  Ωραιότατα φιλοτεχνημένα ήταν και τα επίχρυσα βημόθυρα της Ωραίας Πύλης.  Σήμερα τα βημόθυρα του μοναστηριού, αφού πέρασαν από τα χέρια των εμπόρων έργων τέχνης, βρίσκονται ανάμεσα στα μόνιμα εκθέματα του Κολεγίου Τέχνης Καναζάγουα στην Ιαπωνία.  Εντοπίστηκαν από τη Γενική Πρόξενο της Κύπρου στη Χάγη Τασούλα Χατζηττοφή το 1996. Στη συνέχεια έγιναν πολλές προσπάθειες από την εκκλησία, την πολιτεία και τους κατοίκους της Περιστερωνοπηγής για την επιστροφή τους, αλλά δυστυχώς χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Σε ευαγγέλιο και σε μηναίο του 1798 υπήρχαν μερικά χρονικά σημειώματα που αναφέρονταν στα γεγονότα της 9ης Ιουλίου του 1821 και στο παιδευτικό έργο της μονής.

Ο Χρίστος Παπαδόπουλος, δικαστής στα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής, σε μελέτη του για το μοναστήρι ανέφερε ότι εσώζετο ένα μωσαϊκό αρχαίας κατασκευής λίαν περίεργο καθώς και μία επιτύμβια επιγραφή σε μάρμαρο.  Από αυτή την επιγραφή μπόρεσε να διαβάσει μόνο τους τελευταίους στίχους.

Στη βόρεια πλευρά της εκκλησίας υπάρχει ένα μικρό παρεκκλήσι χωρίς καμιά διέξοδο προς τα έξω που φωτίζεται μόνο από μερικούς φεγγίτες που βρίσκονται ψηλά στους τοίχους.  Πάνω είναι στεγασμένο με γοτθικό σταυροθόλιο.  Ένα κιονόκρανο κι ένας σπόνδυλος κίονα που ήταν προσκολλημένα στον τοίχο της ανατολικής αψίδας έδιναν την εντύπωση ότι επρόκειτο για μια μικρή Αγία Τράπεζα.  Ο Περιστερωνοπηγιώτης Δημήτρης Στράτος παρομοίαζε το χώρο αυτό με μικρό ιερό.  Πράγματι, η όλη κατασκευή φανερώνει ότι το παρεκκλήσι είναι προγενέστερο κτίσμα από τον κυρίως ναό και, όπως αναφέρει ο ιστορικός και ερευνητής Κώστας Κύρρης, κτίστηκε το 12ο αιώνα από τους Φράγκους κυρίαρχους της Περιστερώνας δίπλα από τον προϋπάρχοντα ναό (μονή) του Αγίου Αναστασίου.  Στη συνέχεια ο ίδιος αναφέρει ότι το γοτθικό αυτό παρεκκλήσι, στο οποίο συλλειτουργούσαν ή παραλειτουργούσαν οι Φράγκοι ιερείς, παρέμεινε άθικτο από τους κατοίκους.

Κατεβαίνοντας μερικά σκαλιά από τη βόρεια πλευρά του παρεκκλησιού βρίσκουμε μια λαξευτή σπηλιά.  Στη μέση υπάρχει ένας μαρμάρινος κίονας, ο οποίος στηρίζεται σε κορινθιακό κιονόκρανο.  Όσοι έρχονταν για θεραπεία αγκάλιαζαν τον κίονα αυτό και περιστρέφονταν τρεις φορές.

Στη νότια πλευρά υπήρχε πεζούλα και μέσα σ’ αυτήν ήταν ο τάφος του Αγίου.  Πάνω στην πεζούλα βρίσκονταν τα ξύλινα “μακούτζια” του (=σαΐτες) με τα οποία έτριβαν οι άρρωστοι τα πονεμένα μέλη τους.  Στο πίσω μέρος της κλίμακας, το οποίο εκτείνεται κάπως, βρίσκονταν άλλα δύο κιονόκρανα.

Έξω από την εκκλησία του μοναστηριού, στη δυτική πλευρά, υπήρχε ένας λάκκος και μια αρχαία λάρνακα.  Σ’ όλο τον περίβολο επίσης υπήρχαν σκορπισμένα αρχιτεκτονικά μέλη, όπως σπόνδυλοι κιόνων και κιονόκρανα με ακανθωτά φύλλα και εξογκώματα στις τέσσερις πλευρές με κεφαλές ζώων, έλικες και φύλλα δρυ.  Τα περισσότερα από τα αρχιτεκτονικά αυτά λείψανα ήταν μεσαιωνικά.  Ο Δημήτρης Σιημητράς ανέφερε ότι οι παλαιότεροι χρησιμοποιούσαν τους κίονες ως “στυλλάρκα”, να υποβαστάζουν δηλαδή υπόστεγα του μοναστηριού.  Όσα κομμάτια διατηρούνταν μέχρι τα τελευταία χρόνια, χρησίμευαν ως “διτζίμια”.  Ένα πάρα πολύ μεγάλο όμως, που ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθεί για τέτοιο σκοπό, ήταν μόνιμα τοποθετημένο προς το βορρά έξω από τον περίβολο του μοναστηριού.

Στη μέση του περιβόλου του μοναστηριού παλαιότερα υπήρχε νεκροταφείο.  Μέχρι το 1974 βλέπαμε ένα νεότερο τάφο, του Δημήτρη Σάββα Σαβεριάδη.

Στο βόρειο μέρος της μοναστηριακής εκκλησίας ήταν ένα μακρόστενο διώροφο οικοδόμημα.  Τα δωμάτια του ισογείου άνοιγαν σε μια στενή στοά με έξι γοτθικά τόξα.  Το 1875 λειτούργησε εδώ το πρώτο δημοτικό σχολείο Περιστερωνοπηγής.  Αργότερα, τόσο το ισόγειο όσο και το ανώγειο χρησιμοποιήθηκαν ως ιατρικό κέντρο, φαρμακείο, κατοικία γιατρού και δασκάλων, ΟΧΕΝ, νηπιαγωγείο, κατηχητικό σχολείο και ως χώρος για πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Πριν από το 1916 σ’ όλη τη νοτιοδυτική πλευρά του μοναστηριού υπήρχαν ξενώνες, πρόχειρα κτίσματα για τις καμήλες τα “καμηλαρκά”, αποθήκες, δύο μικρές κατοικίες κι ένα μεγάλο περιβόλι με δέντρα και λαχανόκηπο.  Το 1916 η εκκλησιαστική επιτροπή έκοψε τα δέντρα, για να φιλοξενεί τους πολυπληθείς πανηγυριώτες, αλλά οι πολύ ηλικιωμένοι του χωριού θυμούνται ακόμη το γδούπισμα του αλακατιού με τους πήλινους κάδους.  Το 1952, αφού κατεδαφίστηκαν αρκετά από τα κτίσματα που καταλάμβαναν τον κεντρικό χώρο, κτίστηκε μεγαλοπρεπής εκκλησία για τον Άγιο Αναστάσιο.  Ο υπόλοιπος χώρος προς τα νότια του περιβολιού του μοναστηριού χρησίμευε ως γήπεδο για τους νέους του χωριού μέχρι το 1974.  Τα δύο τελευταία χρόνια γινόταν εκεί επίσης και ο χορός του περιστεριού.

Το μοναστήρι και ο περίγυρός του ήταν η καρδιά της Περιστερωνοπηγής για εκατοντάδες χρόνια.  Σήμερα στον ίδιο χώρο επικρατεί ερημιά και σιωπή.  Οι δύο εκκλησίες είναι συλημένες και βεβηλωμένες.  Τα δωμάτια του μοναστηριού, ανώγεια και ισόγεια, άλλα είναι κατεδαφισμένα κι άλλα ξέσκεπα και ερειπωμένα.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Πάρα πολλά σπίτια του χωριού ήταν χτισμένα με τον παραδοσιακό τρόπο...

ΥΦΑΝΤΙΚΗ

Τα υφαντά είναι τα περισσότερα έργα της οικιακής χειροτεχνίας στην...